ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΔΙΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ

ΔΙΖΩΝΙΚΗ – ΔΙΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ 



Με τον όρο Ομοσπονδία εννοούμε το είδος της πολιτειακής οργάνωσης, η οποία βασίζεται στην παραχώρηση περιορισμένης αυτονομίας σε επιμέρους περιφέρειες, που συντονίζονται από μία ισχυρή Κεντρική Κυβέρνηση.


Στην περίπτωση της Κύπρου χρησιμοποιείται συχνά η ορολογία Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, ως η επιδίωξη της κυπριακής κυβέρνησης για τη λύση του εθνικού μας προβλήματος. Η έννοια της Δικοινοτικότητας αναφέρεται στο λειτουργικό διαχωρισμό των εξουσιών, ενώ της Διζωνικότητας στον εδαφικό διχωρισμό. Με άλλα λόγια στη δικοινοτική ομοσπονδία οι «δύο κοινότητες» διαχωρίζουν ποσοστιαία τις λειτουργίες τους στα διάφορα επίπεδα εξουσίας (π.χ. δικαίωμα veto του Τούρκου Αντιπροέδρου, ίση εκπροσώπηση στη Βουλή, στο Ανώτατο Δικαστήριο, στη δημόσια διοίκηση κτλ), ενώ η διζωνική ομοσπονδία εκπροσωπείται αφ’ ενός από μία ενιαία διεθνή προσωπικότητα, αφ’ ετέρου όμως, κάθε κοινότητα ασκεί έλεγχο σε συγκεκριμένο έδαφος, του οποίου η περιφέρεια διοικείται από τα συνταγματικά όργανα του συνιστώντος κρατιδίου.

Η ομοσπονδία κατατέθηκε για πρώτη φορά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το Σεπτέμβριο του 1955 με τις ιδέες Χάρντιγκ, οπότε και προτάθηκε το equal footing (πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων). Η ελληνική πλευρά τις απέρριψε, εντούτοις οι βασικές ιδέες του Χάρντιγκ στοιχειοθέτησαν τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Παρατηρούνται ήδη λοιπόν στοιχεία δικοινοτικής ομοσπονδίας στο Σύνταγμα του ’60 (veto Τούρκου Αντιπροέδρου, ποσοστώσεις στα Συνταγματικά όργανα, στη δημόσια διοίκηση, στρατό και αστυνομία), ενώ με την τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963-64 και την απόσυρση των τουρκοκυπρίων σε θύλακες, εμφανίστηκε η πρώτη μορφή διζωνικότητας του κράτους. Ο ενιαίος χαραχτήρας της Κύπρου διαλύθηκε με την τουρκική εισβολή το 1974, οπότε η διζωνικότητα εδραιώνεται μέσω της διχοτόμησης, που συντελείται από την παράνομα συνεχιζόμενης τουρκική κατοχή.

Κατά τη μεταεισβολική περίοδο η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία καθιερώθηκε ως ο βασικός άξονας της κυπριακής εξωτερικής πολιτικής και αποτελεί προϊόν της τουρκικής εισβολής. Ως εκ τούτου πρέπει να αναφερθούν οι εξής χρονολογίες-σταθμοί:

α) Η Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου του Φεβρουαρίου του 1977 μεταξύ Μακαρίου – Ντεκτάς (4 σημεία).

β) Η Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου του Μαϊου του 1979 μεταξύ Κυπριανού – Ντεκτάς (10 σημεία).

Ο χαραχτηρισμός τους ως «Συμφωνίες Κορυφής» είναι εγκληματικά λανθασμένος, καθώς  συμφωνίες Κορυφής συνάπτονται μόνο μεταξύ αρχηγών κρατών. Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο Ντεκτάς δεν υπήρξε αρχηγός κράτους την περίοδο εκείνη, ούτε και αργότερα οι Ταλάτ και Έρογλου αναγνωρίζονται ως τέτοιοι.

Και στις δύο συμφωνίες, οι οποίες κατεύθυναν όλες τις μετέπειτα συνομιλίες, αναφέρονται στον εδαφικό διαχωρισμό της λύσης (Διζωνικότητα). Σε πολλούς διαχέεται η ψευδαίσθηση πως, παρ’ όλο ότι κακώς συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα πλαίσια, κυπριακή πλευρά ήταν και είναι δεσμευμένη να τις τηρήσει. Το επιχείρημα αυτό εύκολα καταρρίπτεται καθώς,

α) Στο σημείο 5 των Συμφωνιών του ’79 αναφέρεται «η επανεγκατάσταση των προσφύγων στα Βαρώσια, χωρίς να αναμένεται έκβαση των συζητήσεων για τις συνταγματικές και εδαφικές πτυχές της λύσης»: η Τουρκία αθέτησε και συνεχίζει να αθετεί αυτή την πρόνοια εδώ και δεκαετίες!!, 

β) Ο Ντεκτάς ανακήρυξε το ψευδοκράτος το 1983, γεγονός που ενταφίασε τις συμφωνίες "Υψηλού Επιπέδου", δίδοντάς μας την ευκαιρία να επανατοποθετήσουμε το Κυπριακό ως πρόβλημα παράνομης τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής. Αντί τούτου, συνεχίσαμε τον αυτοεγκλωβισμό μας στις εν λόγω συμφωνίες.

γ) Η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναιρεί τόσο τη δικοινοτικότητα, όσο κυρίως τη διζωνικότητα της λύσης, καθώς η ομοσπονδία παρεκκλίνει από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και παραβιάζει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των Κυπρίων πολιτών.

Την περίοδο 1982-85 προτάθηκαν δύο φορές οι «δείκτες» Κουεγιάρ, οι οποίοι την πρώτη φορά απορρίφθηκαν από τον τότε Πρόεδρο Κυπριανού, ενώ τους αποδέχθηκε αργότερα μετά την πίεση που άσκησαν το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ. Η αδιαλλαξία του Ντενκτάς παρέλυσε την υπογραφή του εν λόγω σχεδίου ομοσπονδιακής λύσης.

Τον Ιανουάριο του 1989, ο Πρόεδρος Βασιλείου επέδωσε στο Ντεκτάς το «Διάγραμμα προτάσεων για την εγκαθίδρυση Ομόσπονδης Δημοκρατίας και για τη λύση του κυπριακού προβλήματος». Οι προτάσεις αυτές υιοθετήθηκαν από όλα τα κόμματα του Εθνικού Συμβουλίου (ΑΚΕΛ, ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΑΔΗΣΟΚ) και επαναβεβαιώθηκαν τον Αύγουστο του 1996 επί Προεδριας Κληρίδη. Οι «Ομόφωνες Αποφάσεις του 1989» πλαισιώνουν τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου, υιοθετούν τους «δείχτες» Κουεγιάρ και είχαν ως αποτέλεσμα την κατάθεση των «Ιδεών Γκάλι» το 1992. Τόσο οι Ιδέες Γκάλι, όσο και το έγγραφο Γκόρντοβεζ (1998), αλλά κυρίως το σχέδιο Ανάν (2002-04) είναι απόρροια της κυπριακής εξωτερικής πολιτικής, που κατευθύνθηκαν από το μοιραίο λάθος του ’89. Σε όλα τα σχέδια προλογίζεται ότι «το πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας αναγνωρίζει ότι η Κύπρος είναι κοινή πατρίδα της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής κοινότητας και ότι οι μεταξύ τους σχέσεις δεν είναι σχέσεις πλειοψηφίας-μειοψηφίας, αλλά διασφαλίζεται η πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων».

Πάντως πρέπει να σημειωθεί πως παρ’όλο ότι αυτή η μορφή λύσης απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο του 2004, η κυπριακή κυβέρνηση παραγνώρισε τη λαϊκή βούληση: ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος δεσμεύθηκε κατά τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 για λύση του Κυπριακού «στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας και στην πολιτική ισότητα».  Περαιτέρω, ο Πρόεδρος Χριστόφιας, με την πρωτοφανή υποχωρητικότητα που επέδειξε στους Αττιλάρχες Ταλάτ και Έρογλου ασέβησε και παραγνώρισε το δικαίωμα της λαϊκής κυριαρχίας των Ελλήνων Κυπρίων, που ξεκάθαρα τοποθετήθηκαν ΕΝΑΝΤΙΟΝ του σχ. Ανάν και κατ΄ επέκτασιν της φιλοσοφίας της Διζωνικής Δικοινοτικης Ομοσπονδίας. 


WWW.APOELLAS.COM

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ελεύθερος   Το Σχόλιο της Εβδομάδας

Κέρβερος   Αυτόνομος Ενωτικός

Ελεύθερο Βήμα  Αθηνά 

 Χρονικογράφος 

   



Αυτή η ομάδα ΔΕΝ έχει όρια!!


Θρύλε Θεέ ταξίδεψέ μας...